Ελληνικό μέλι

Το ελληνικό μέλι περιέχει πάνω από 180 διαφορετικές θρεπτικές ουσίες η συνύπαρξη των οποίων, σε καθορισμένες βέλτιστες αναλογίες, δρουν  με μοναδικό τρόπο στον οργανισμό μας. Το ελληνικό μέλι έχει αποδεδειγμένα υψηλή αντιοξειδωτική, αντιβακτηριακή και αντιμικροβιακή δράση, η οποία είναι μεγαλύτερη στα σκουρόχρωμα μέλια (πεύκου, ελάτης) από ότι στα ανοιχτόχρωμα (ανθέων, πορτοκαλιάς). Τα κύρια συστατικά του ελληνικού μελιού είναι νερό σε ποσοστό 16%, φυσικά σάκχαρα όπως η φρουκτόζη, η σακχαρόζη σε ποσοστό 80%, οργανικά οξέα, πρωτεΐνες, ιχνοστοιχεία, ένζυμα, βιταμίνες (όπως Β1, Β6, φολικό οξύ, C, D, Ε, παντοθενικό οξύ) και άλλες θρεπτικές ουσίες, που αναδεικνύουν την άριστη θρεπτική του αξία.

Το μέλι αποτελείται κατά περίπου 83% από σάκχαρα. Τα σάκχαρα είναι οργανικές ενώσεις που παρέχουν σημαντικό ποσοστό της ενέργειας που χρειάζονται οι ζωντανοί οργανισμοί για την εκτέλεση ζωτικών λειτουργιών, ενώ αποτελούν δομικά συστατικά των κυτταρικών μεμβρανών και των κυττάρων. Σε αναλύσεις στο ελληνικό μέλι έχουν βρεθεί τουλάχιστον 22 διαφορετικά σάκχαρα. Το ελληνικό μέλι διαθέτει επίσης περίπου 20 πρωτεΐνες και 18 αμινοξέα σε μικρές συγκεντρώσεις.

Η κρυστάλλωση είναι φυσικό βιολογικό φαινόμενο του φυσικού ακατέργαστου μελιού κατά την οποία το μέλι μετατρέπεται σε παχύρευστο προϊόν, ενώ δεν προξενεί καμία αλλαγή στις θρεπτικές και βιολογικές του ιδιότητες. Λανθασμένα πιστεύεται ότι το μέλι που έχει κρυσταλλωθεί είναι χαλασμένο ή νοθευμένο. Αντίθετα, η κρυστάλλωση είναι απόδειξη της αγνότητας του μελιού.

Το φυσικό ακατέργαστο μέλι δέχεται την ελάχιστη δυνατή επεξεργασία με αποτέλεσμα να διατηρεί σε μέγιστο βαθμό τη γεύση και τη θρεπτική του αξία. Το μέλι πρέπει να είναι συσκευασμένο σε γυάλινα αεροστεγή δοχεία και είναι απαραίτητο να είναι προστατευμένο από την έκθεση στο φως και τις υψηλές θερμοκρασίες. Ιδανικά διατηρείται σε χώρο σκοτεινό, δροσερό και ξηρό.

Το μέλι συνήθως λαμβάνει την ονομασία του από το φυτό από το οποίο προέρχεται, δηλαδή από το φυτό από το οποίο οι μέλισσες συνέλεξαν το μεγαλύτερο μέρος των ουσιών που απαιτούνται για την παραγωγή του. Έτσι, ονομάζεται παραδείγματος χάριν μέλι ανθέων όταν προέρχεται από διάφορα άνθη, μέλι πορτοκαλιάς όταν προέρχεται από άνθη πορτοκαλιάς, μέλι ελάτης όταν προέρχεται από μελιτώματα ελάτης και αντίστοιχα μέλι πεύκου όταν προέρχεται από τα μελιτώματα πεύκων. Ο παραγωγός επιλέγει ανάλογα με την εποχή του χρόνου, την ανθοφορία και τις επικρατούσες κλιματολογικές συνθήκες την περιοχή στην οποία θα μεταφέρει και θα τοποθετήσει τα μελίσσια του. Η σωστή επιλογή απαιτεί μεγάλη γνώση, εμπειρία και είναι ένας από τους πολλούς αστάθμητους παράγοντες της μελισσοκομίας, μαζί με το κλίμα, τις καιρικές συνθήκες, τους ψεκασμούς σε καλλιέργειες, που επηρεάζουν άμεσα και δραστικά το αποτέλεσμα κάθε μελισσοκομικής προσπάθειας.

Το ελληνικό μέλι είναι:

  • πλουσιότερο σε αρωματικές ουσίες

  • πυκνότερο και

  • πλουσιότερο σε ένζυμα.

Το ελληνικό μέλι χαρακτηρίζεται από ξεχωριστό άρωμα, γεύση και πυκνότητα, λόγω των κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα μας. Λόγω του ξηροθερμικού κλίματος στη χώρα μας το ελληνικό μέλι έχει  χαμηλό ποσοστό υγρασίας, κάτι που ευνοεί την πυκνότητά του, σε αντίθεση με μέλια άλλων χωρών, τα οποία πολλές φορές είναι πάρα πολύ ρευστά, λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας σε υγρασία. Η ποιότητα του μελιού King Bee είναι εξαιρετική. Τα θρεπτικά του συστατικά, η σύστασή του, το άρωμα, η γεύση και το χρώμα του είναι μοναδικά παγκοσμίως.

Επιπλέον, ο νομαδικός τρόπος με τον οποίο ασκείται η μελισσοκομία στη χώρα μας δίνει ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα. Οι Έλληνες μελισσοκόμοι μετακινούν τα μελίσσια τους από τη μία άκρη της χώρας ως την άλλη προκειμένου να αξιοποιήσουν τις ανθοφορίες και να παράγουν το ελληνικό μέλι, κάτι το οποίο δημιουργεί αυξημένο κόστος παραγωγής, αλλά δίνει ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα.

Τέλος, η Ελλάδα είναι η πρώτη Ευρωπαϊκή χώρα που έχει θεσμοθετήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μελιών που παράγει, γεγονός που επιτρέπει τον πλήρη ποιοτικό έλεγχο των προϊόντων. Για τις μεγάλες κατηγορίες ελληνικού μελιού, όπως είναι το μέλι πεύκου, ελάτης και θυμαριού, είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε όχι μόνο εάν είναι ελληνικό αλλά και από ποια περιοχή της χώρας προέρχεται. Τα χαρακτηριστικά που επιτρέπουν να διαπιστώσουμε τη γεωγραφική προέλευση του μελιού είναι οι αρωματικές ουσίες και το φάσμα των γυρεόκοκκων. 

Το μέλι έχει κατά μέσο όρο 304 Κcal/100gr. 

Τα ελληνικά μέλια ανταποκρίνονται στις ποιοτικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε αντίθεση με ορισμένα εισαγόμενα μέλια.